Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΩΝ ΛΕΣΧΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥΣ

Μερικές σκέψεις και σχόλια διαβάζοντας
το βιβλίο του Ρονκαλιόλο Σαντιάγο «Ντροπή»


Είναι από τα βιβλία που λες εξαρχής, και ενόσω το διαβάζεις, «δε μου αρέσει». Καμιά συγκίνηση, κάτι τέλος πάντων που να σε πείθει να το συνεχίζεις. Το κάνεις από απλή περιέργεια.
Και μετά αφού τελείωσε και «έλαβε την τελική κάθαρση», όπως θα έλεγε ο ποιητής, ενέσκηψαν κατακλυσμιαία σχεδόν οι σκέψεις, αυτές όπου σε οδηγεί ύπουλα ο συγγραφέας, έχοντας σκοπίμως απαλείψει κάθε πειρασμό καλλιέπειας ή λογοτεχνικότητας, όπως συνηθίζουμε να αναζητούμε εμείς οι αναγνώστες, για να δηλώνουμε γοητευμένοι. Δε δηλώνουμε λοιπόν γοητευμένοι. Αλλά αναρωτιόμαστε: Ρεαλιστικό ή πεσιμιστικό; Απαισιόδοξο κι αδιέξοδο ή κάτι άλλο;

Έμοιαζε με μπουνιά στο στομάχι.

Οι μεγάλοι με αδιέξοδα συναισθήματα, αδιέξοδα ζωής, περιχαρακωμένοι στη μοναξιά τους.

Θύματα τα παιδιά. Αβοήθητα, χωρίς προσανατολισμό, χωρίς ερείσματα, ανασφαλή ή κακομαθημένα, χωρίς συγκρότηση και με προοιωνιζόμενη απαισιόδοξη προοπτική.
Αλλά θύματα επίσης και οι μεγάλοι, χωρίς ελπίδα, χωρίς χαρά. Η ομίχλη έξω και μέσα τους (το σκηνικό εδώ λειτουργικό) . Απουσιάζουν τα βαθιά αισθήματα, ενώ βιώνουν ένα πολύ αρνητικό ή ρηχό συναισθηματικό φορτίο και συνεχείς συγκρούσεις.

Σέρχιο (ο μικρούλης γιος) θα πει: «Όλοι οι γονείς του κόσμου τσακώνονται ταυτόχρονα». «Όλοι είναι ίδιοι.»
Και τελικά μόνο ο Παπάπα (ο παππούς ) πιο «υγιής» από όλους, δραπετεύει. Ερωτεύεται και φεύγει ακολουθώντας την αγάπη του. Κάνει την επανάστασή του-και είναι κι ο μισότρελος.
Η μητέρα προτιμάει να ζήσει μια αυταπάτη.
Η φίλη της κάνοντας πλαστικές (με έτοιμο άφθονο χρήμα)

Ο άνδρας πατέρας βγαίνει μ’ αυτήν που σιχαίνεται, τη γραμματέα του, επιδιώκοντας ν’ ακουμπήσει κάπου την αγωνία και το φόβο του επικείμενου θανάτου.

Κι η γραμματέας με τις ψευδαισθήσεις της για λίγη επαφή κα επικοινωνία στη μοναξιά της.

Οι έφηβοι σεξιστές (όμοια κι ο γάτος του σπιτιού).

Η κόρη, αναζητώντας καταξίωση κα αποδοχή, «ταπεινώνει» τη φίλη και την υπεροψία της, ταπεινώνοντας, εξευτελίζοντας τον εαυτό της.

Όλοι στη μοναξιά τους, στην κοινωνία των πληθωριστικών αγαθών…
Τα μικρότερα παιδιά ίσως σωθούν…

Τουλάχιστον μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα, πλάθουν έναν φανταστικό κόσμο, νιώθουν ο εαυτός τους, εκεί που κανείς δε θα τους ψάξει (άλλωστε κανείς δεν τους αναζήτησε ποτέ, μεγαλώνουν μόνα τους…), πάνω στον πεθαμένο (έναν μοναχικό, που κανείς επίσης δεν αναζητεί).

Κι αν ζούνε μέσα σε κοινωνικές συμβάσεις, πραγματικά ελεύθερος αποδεικνύεται ο παππούς –ο μισότρελος δηλαδή (για τους άλλους).

Και ο τίτλος με τη φωτογραφία του κοριτσιού «Ντροπή» ως αμφισημία: Ντροπή να εκφράσουμε τα βαθύτερα συναισθήματά μας και Ντροπή για το σύγχρονο κόσμο μας. Ντροπή (και θυμός) που πληρώνουν τα παιδιά…

Το βιβλίο, αποτελεί ουσιαστικά έναν καθρέπτη, όπου ο συγγραφέας αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα χωρίς να τη διατέμνει, να την αναλύει. Σκιαγραφεί με εντελώς ουδέτερο και αποστασιοποιημένο τρόπο (και ύφος) την κοινωνία της μοναξιάς και της ανασφάλειας, παρά την επάρκεια των υλικών αγαθών. Μιας κοινωνίας που καθένα από τα μέλη του βιώνει το ανικανοποίητο με το δικό του τρόπο, που θέλει να ξεφύγει, που δεν έχει πού «να ακουμπήσει» τον πόνο του, την αγωνία του, τον έρωτά του.
Ο συγγραφέας λειτουργεί ωστόσο υποβολιμαία, καθώς δείχνει στο τέλος να μας κλείνει ειρωνικά το μάτι (:Αυτός λοιπόν είναι ο κόσμος σας. Ιδού πώς τα καταφέρατε!), αφού τοποθετεί την ποθητή πραγματικότητα ουτοπιστικά στο όνειρο του γάτου… Και είναι τόσο απλή…Τόσο κοντά μας κι εμείς τόσο τραγικά αδύναμοι να την «ακουμπήσουμε».

Χρυσούλα Ναούμη

Δεν υπάρχουν σχόλια: